Πόσες και πόσοι από εµάς δεν έχουµε συρθεί σε µια µακρόσυρτη σχέση που δεν µας κάνει ευτυχισµένους και όµως έχουµε αναβάλει το χωρισµό µαταίως και επί µακρόν;
Tην ακούω να µου διηγείται την ιστορία της και νιώθω θυµό όχι γιατί µια δυναµική, πανέξυπνη και όµορφη γυναίκα αφέθηκε να γίνει έρµαιο στις διαθέσεις του συντρόφου της, αλλά γιατί το ίδιο έχει συµβεί και σ’ εµένα και είµαι βέβαιη σε δεκάδες χιλιάδες άντρες και γυναίκες που σε κάποια στιγµή της ζωής τους, αν όχι σε όλη τους τη ζωή, ορίζονται από αυτό που θέλουν να δουν στο πρόσωπο ενός ανθρώπου κι όχι από αυτό που είναι ο άνθρωπος αυτός.
Το Φεβρουάριο του 2003, ένας όµορφος άντρας, ένας κούκλος όπως τον χαρακτηρίζει, από αυτούς που συγκεντρώνουν τα βλέµµατα των άλλων, και κυρίως των γυναικών, εισέβαλε δυναµικά στη ζωή της. Επί ένα χρόνο την προσέγγιζε µεθοδευµένα –όπως θα διαπιστώσει αργότερα–, µε τη µαεστρία του playboy που έρχεται και φεύγει µε ένα απροσδιόριστο φλερτ που γεννά προσδοκίες και εξάπτει τη φαντασία. «Μου έστελνε µηνύµατα, µου τηλεφωνούσε και µετά εξαφανιζόταν για λίγο και επανερχόταν µε πιο ερωτικά έκδηλη διάθεση. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα πως είχε µια σχέση που τελείωνε και πως προετοίµαζε το έδαφος για το επόµενο άτοµο».
Τρέλα ερωτευμένη
Για πρώτη φορά στη ζωή της νιώθει τρελά ερωτευµένη. Περισσότερο από ποτέ. Ο άνθρωπος αυτός της γέννησε συναισθήµατα προσφοράς που δεν τα είχε αισθανθεί ποτέ. Ήθελε να κάνει πράγµατα γι’ αυτόν, να του δώσει χωρίς όρους. Έγινε λιγότερη οξύθυµη, πιο ήρεµη, πιο διαλλακτική. «Ακόµη και στον τσακωµό και στη διαφωνία πάντα είχα τη διάθεση να βρω τη λύση, να είµαι εγώ αυτός που θα κατανοήσει. Μου έβγαλε τον καλό µου εαυτό… Όχι ο άνθρωπος όµως τελικά, αλλά το συναίσθηµα αυτό καθεαυτό».
Όταν µπήκε στη ζωή της, είχε ήδη ένα παιδί κι ένα χωρισµό. «Το δέχτηκε το παιδί, αλλά σαν µπιµπελό. Σαν ένα πλάσµα που δεν έπρεπε να αλλάξει τη ζωή του για να προσαρµοστεί στις ανάγκες του. ∆εν ήθελα να αναλάβει το ρόλο του πατέρα, ήθελα όµως να κατανοήσει πως πρέπει να λειτουργεί και µε γνώµονα το παιδί και τις ανάγκες του. Ερχόντουσαν τα Χριστούγεννα και έπρεπε να αλλάξω το πρόγραµµα του παιδιού και του πατέρα του για να µπορέσω να πάω διακοπές µαζί του έχοντας την αγωνία και την ανασφάλεια πως, αν δεν το κάνω, θα πάει µόνος του, κι αυτό δεν το άντεχα».
Τα πρώτα δύο χρόνια ζούσε στη δίνη ενός έρωτα που της έκοβε την ανάσα και της όριζε ουσιαστικά τη ζωή, ενώ όλα τα µηνύµατα που υποδήλωναν το χαρακτήρα του θάβονταν επιµεληµένα.
Τα πρώτα σημάδια
«Μετά τον πρώτο ενάµιση χρόνο, αφού άρχισε να γίνεται οικείος και στο παιδί µου, άρχισε να µένει στο σπίτι µου µόνο για το βραδινό ύπνο. ∆εν έφερνε τα πράγµατά του, ερχόταν να κοιµηθεί και έφευγε το πρωί. Στο σπίτι µου έµενε µια ηλικιωµένη συγγενής µου που κρατούσε το παιδί και αυτό θεωρήθηκε εµπόδιο για να µείνει εκείνος µόνιµα. Καταλάβαινα τη θέση του και του ζήτησα να αποφασίσουµε να ζήσουµε µαζί και να φροντίσω να βρω ένα σπίτι κοντά στο δικό µας για να µένει η γυναίκα που φρόντιζε το παιδί µου και µε την οποία ήµασταν συναισθηµατικά δεµένοι και το παιδί, και εγώ».
Μπαίνει στη διαδικασία να αλλάξει τη ζωή της και το µοντέλο που λειτουργούσε ακόµη και στα πρακτικά πράγµατα έως τώρα και διαπιστώνει πως εκείνος δεν είναι διατεθειµένος ούτε να την βοηθήσει να κατεβάσει το παιδί στο σχολικό όταν θα ήταν απαραίτητο. Της ζητά να βγαίνουν βραδινές βόλτες, ενώ γνωρίζει πως η «γιαγιά» δεν είναι πλέον παρούσα στο σπίτι και την πιέζει να ακυρώσει την απόφασή της να «ανοίξει χώρο» για να ενταχθεί στην οικογένειά της.
Όλα στο φώς
Το 2005, µόλις δύο χρόνια από το κοινό τους ξεκίνηµα, συνειδητοποιεί πως εκείνος κλείνει το κινητό του για ώρες και όταν το ανοίγει δέχεται δεκάδες µηνύµατα. Της θυµίζει αυτό που έκανε σε εκείνη καθόλη τη διάρκεια του φλερτ και ένα πρωί, ενώ εκείνος κοιµάται, ανοίγει το κινητό του. «Βρήκα απίστευτα πρόστυχα µηνύµατα προς µια κοπέλα και σοκαρίστηκα. Έτρεµα. Τα κατέγραψα όλα και έβαλα το κινητό στη θέση του. Κάθισα παγωµένη για ώρα. Αυτός ο άνθρωπος το βράδυ µού έλεγε πόσο πολύ µε αγαπάει και πως δεν µπορεί να περάσει από το µυαλό του να είναι µε άλλη γυναίκα. Το ίδιο εκείνο πρωί τον είδα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου µου να ελέγχει το κινητό του. Το ίδιο βράδυ µού είπε πως αισθάνεται τόσο καθαρός απέναντί µου που µου πρόσφερε το κινητό του για να το κοιτάξω. ∆εν µίλησα, δεν είπα τίποτα. Πέρασε το καλοκαίρι, ήµουν µαζί του, ξανάνοιξα το κινητό του, βρήκα πάλι µηνύµατα. Του το είπα... κι έµεινα».
Το ένα ψέμα μετά το άλλο
∆εν ξέρει πώς τα δύο χρόνια έγιναν τρία, τέσσερα, πέντε, έξι. Ξέρει ότι πιανόταν από τις ελάχιστες στιγµές που άφηνε τον εαυτό του και της έδειχνε τρυφερότητα και κυρίως την ανάγκη του να µοιραστεί, να έχει οικογένεια, να νιώθει ζεστά, κι αυτό την βόλευε γιατί αυτό ήθελε να πιστεύει. Ο πατέρας του ήταν άπιστος πολύ, η µητέρα του είχε προσκολληθεί στον ίδιο και είχε µάλιστα βιώσει µια σχέση γονιών όπου ο πατέρας του είχε τη φιλενάδα του µέσα στο σπίτι ως babysitter. Αυτό ήταν η δική του η πληγή, που αφορούσε όµως πλέον εκείνη.
«Βρίσκοµαι στον τρίτο προς τέταρτο χρόνο και εγώ είµαι ακόµη µαζί του και τρελά ερωτευµένη. Βρίσκουµε ένα διαµέρισµα για να µείνουµε µαζί κι εκείνος την τελευταία στιγµή µου δηλώνει πως θα αγοράσει και δικό του για να έχει τον ιδιωτικό του χώρο. Το σπίτι ακυρώνεται κι εγώ συνεχίζω µε τη δικαιολογία ότι του είναι δύσκολο να µοιραστεί έπειτα από τόσα χρόνια εργένικης ζωής. Στον κόσµο γύρω µας λέει ότι δεν σκοπεύει να παντρευτεί ποτέ, δεν θέλει ποτέ να κάνει παιδιά και σ’ εµένα λέει ότι σκέφτεται το γάµο µας, µόνο µε εµένα του γεννιέται η επιθυµία να παντρευτεί και ότι το παιδί µας θα έχει ξανθές µπούκλες και γαλανά µάτια. Όταν πλέον είχαν πέσει ακόµη και τα προσχήµατα και τον ρώτησα τι έχει να χάσει και δεν παντρεύεται, µου είπε “δεν έχω να κερδίσω’’. Κι εγώ εξακολουθούσα να αγαπώ αυτό τον άνθρωπο. Εξακολουθούσα να θέλω να είµαι µαζί του. Να είµαι αυτή που θα τον κάνει να νιώσει αυτά που ένιωθα εγώ. Εξακολουθούσα να θέλω να τον βοηθήσω να αλλάξει –λες και ήθελε–, να δει ότι υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος ζωής, πιο συντροφικός».
Στα τεσσεράµισι χρόνια τής ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η µία δικαιολογία διαδέχεται την άλλη κι εκείνη νιώθει µετέωρη. Έχει ένα παιδί που το παρασύρει στη δίνη του δικού της έρωτα, αφού κι εκείνο εµπλέκεται συναισθηµατικά και αντιλαµβάνεται πλήρως πως δεν έχει το δικαίωµα αυτό. Έρχεται η καλοκαιρινή σεζόν και ο πατέρας του παθαίνει καρκίνο. Τον αναλαµβάνει εξ ολοκλήρου. Εκείνος αγοράζει σπίτι και την παρουσιάζει ως τη γυναίκα του που τον βοηθά να το ανακαινίσουν, το ίδιο επαναλαµβάνει και στους γιατρούς του πατέρα του. Κι έτσι αναθαρρούσε και πίστευε πως εκείνος είχε απλώς δυσκολία να πείσει τον εαυτό του πως θα ζήσει µ’ έναν άνθρωπο, δυσκολία που δεν ξεπερνούσε.
«Έχω χάσει τη διάθεσή µου για οτιδήποτε. ∆εν θέλω να δουλέψω, να γυµναστώ, να κάνω πράγµατα µε το παιδί µου. Είµαι συνεχώς ευερέθιστη, θέλω να φεύγω γιατί νιώθω ότι πνίγοµαι, δεν αντέχω παρά µόνο όταν µπορώ να µιλάω µαζί του. Εκείνος το καταλάβαινε και όποτε ήθελε να µε χειριστεί εξαφανιζόταν έντεχνα και εν τω µεταξύ έβρισκε ευκαιρία και έκανε τη διπλή, τριπλή ζωή του. Περίµενα µε τις ώρες στο κινητό σηµεία ζωής για να µπορώ και πάλι να ανασάνω».
Το σοκ της απόρριψης
«Το 2007 το καλοκαίρι χωρίζουµε µε αφορµή µια αντίδρασή µου έντονη και οξύθυµη, αφού έγινα µάρτυρας ενός ακόµη περιστατικού φλερτ µπροστά στα µάτια µου. Παθαίνω πανικό, όµως αντέχω να µην παρακαλέσω, να µην επικοινωνήσω κι εκείνος αρχίζει να παθαίνει το δικό του πανικό γιατί µε έχει συνηθίσει να παρακαλάω, να γυρνάω, να δηλώνω ότι τον έχω ανάγκη. Τον Αύγουστο πήγα διακοπές µε φίλες µου, δεν απάντησα στα µηνύµατά του, άλλαξα κινητό. Το Σεπτέµβριο, µία ηµέρα πριν από τα γενέθλιά µου, χτυπάει το κουδούνι µε µια τούρτα και κλαίγοντας µου δηλώνει πως µε αγαπάει –κι εµένα, και την κόρη µου–, πως φτιάχνει σπίτι για τους τρεις µας. Του δηλώνω ότι όλο αυτό το διάστηµα αποφάσισα πως δεν µπορώ να συνεχίσω χωρίς να ξέρω πού πατάω. ∆εν µπορώ πλέον να ταλαιπωρώ και το παιδί µου παρά µόνο αν είµαι βέβαιη για τις προθέσεις του και για µια ουσιαστική δέσµευση. Κάνουµε για άλλη µία φορά έρωτα και φεύγει, αλλά η επικοινωνία µας πια είναι αραιή και σπασµωδική. Επιβεβαίωσε ότι τον θέλω ακόµη και φυσικά γύρισε πάλι την πλάτη του, µε απόλυτο σαδισµό».
Ο τρόπος µε τον οποίο της συµπεριφερόταν ήταν αποτέλεσµα της δικής της αντίδρασης τότε, πίσω το 2005, όταν βρήκε τα µηνύµατά του και δεν αντέδρασε και έµεινε µαζί του. «Ήταν σαν να δήλωνα πως εγώ το ζήτησα να µου φερθεί έτσι.
Από τη στιγµή που µόνη µου δέχτηκα να µείνω µε έναν τέτοιο άνθρωπο, για ανθρώπους σαν κι αυτόν ήταν το έναυσµα για να µε κακοποιήσει, να µε κακοµεταχειριστεί. Από τη στιγµή που δεν έφυγα του έδωσα το πράσινο φως για να µε κάνει σκουπίδι. ∆εν µε σεβόταν πια, όπως δεν είχε σεβαστεί και ο πατέρας του τη µητέρα του γιατί εκείνη είχε δεχτεί τη µοίρα της απατηµένης.
Ήταν µισογύνης αφού είχε βιώσει τον ξεπεσµό, την αναξιοπρέπεια µιας γυναίκας, και µάλιστα της µητέρας του».
Το Νοέµβριο της δηλώνει ότι είναι το όνειρο κάθε γυναίκας και δεν θέλει να παντρευτεί και να δεσµευτεί. Τον παρακαλεί να την αφήσει γιατί δεν θέλει άλλο, δεν αντέχει. Αρχίζει τότε να την κυνηγάει, να της στέλνει µηνύµατα και πηγαίνει στο σπίτι της κλαίγοντας και την παρακαλά να µείνουν µαζί. «Κι εγώ τον αγαπούσα ακόµα. Είναι ασύλληπτο να το καταλάβω πια αλλά τον αγαπούσα και ξαναµπαίνω στη διαδικασία…»
Επιτέλους γυρνάει την πλάτη για πάντα
Είναι 2008 και είναι πάλι µαζί του και, αφού έχουν τελειώσει οι δικαιολογίες από τη δική του την πλευρά για να µείνουν µαζί, βρίσκει µια γελοία αφορµή, πως δήθεν δεν του απάντησε σε µια του κλήση σε ένα επαγγελµατικό της ταξίδι και την κατηγορεί πως έχει κάτι άλλο στη ζωή της. «Και τότε είναι η πρώτη φορά, έπειτα από έξι χρόνια, που κλείνω την πόρτα πίσω µου. Τον ακούω να φεύγει και νιώθω ανακούφιση. ∆εν έχω την ανάγκη να τρέξω πίσω του, δεν έχω την ανάγκη να τον ακούσω, να περιµένω πάνω από το τηλέφωνο και πέφτω και κοιµάµαι βαθιά, ανακουφιστικά. Έναν ύπνο που δεν µπορώ να τον ξεχάσω. Επιτέλους δεν µε νοιάζει».
∆ύο χρόνια µετά δεν µπορεί να κατανοήσει λογικά γιατί δεν έφυγε τότε που έπρεπε και άφησε να περάσουν τέσσερα ακόµη χρόνια πόνου και κακοποίησης. Τώρα όµως ξέρει ότι για να τελειώσει κάτι θα πρέπει να ξεφτίσει µέσα µας. Ξέρει ότι έψαχνε πάντα µια οικογένεια, ένα σπίτι, µια αγάπη και όλα αυτά τα ακούµπησε ως προσδοκία σε λάθος άνθρωπο.
Της Βάννας Μαρκετάκη